..Είχε φτάσει εκείνη, η αγαπημένη του ώρα του περιπάτου μετά το μεσημεριανό γεύμα. Παρ'όλο που ολόκληρη η φύση προμήνυε καταιγίδα, με τα σύννεφα να σκεπάζουν απειλητικά τον ουρανό αποφάσισε να προχωρήσει προς το μεγάλο πάρκο. "Καλύτερα έτσι." σκέφτηκε, μιας και το πλήθος του κόσμου που θα αποφάσιζε να βγει έξω στην περίπτωση μιας ηλιόλουστης μέρας, τον ενοχλούσε.
Στάθηκε για λίγο μπροστά στο άγαλμα της εισόδου του πάρκου, που πλέον θύμιζε περισσότερο ένα φάντασμα, μια σκιά, έτσι λερωμένο που ήταν. "Και τι να τα κάνεις τα αγάλματα; Να σου θυμίζουν τη ζωή που έρχεται και πάει;" Ω βέβαια, η ιδέα της μεταθανάτιας δόξας, η ιδέα της μνήμης του προκαλούσε αποστροφή! Το είχε δηλώσει και στους συναδέλφους του τις προάλλες: "Σε περίπτωση που πάθω κάτι, δεν θέλω ούτε τελετές, ούτε αφιερώματα. Οι γιορτές είναι για τους ζωντανούς!" Και ο ίδιος αγαπούσε τη ζωή.
Παρ' όλα αυτά, σε κανέναν δεν ομολογούσε πως ακόμη και για έναν λογικό, σχεδόν αναίσθητο άνθρωπο όπως αυτός, ο φόβος του τέλους έμοιαζε σαν μια σκιά πάνω από την καθημερινότητα. "Μα είσαι μόνο 45!", προσπαθούσε να πείσει τη συνείδησή του, τα βράδια της αϋπνίας. Ήξερε και ο ίδιος ότι όλα είναι στη ζωή, είχε βιώσει απώλειες, τα δίδασκε και στο μάθημα του στο Πανεπιστήμιο. Καμιά φορά μάλιστα η ιδέα του θανάτου έμοιαζε σχεδόν λυτρωτική. "Ίσως να υπάρχει κάτι καλύτερο μετά από εδώ..".
Κι όμως, δεν ήταν η φθορά ή το ότι θα αποχωριζόταν τους αγαπημένους του ο μεγαλύτερος φόβος του. Αυτό που τον έπνιγε σαν θηλιά στο λαιμό, που τον έκανε να τρέμει στο άκουσμα των δεικτών του ρολογιού ήταν κάτι άλλο. Ήταν ο φόβος πως δεν έκανε όλα όσα ήθελε, πως δεν πήρε ή δεν έδωσε αρκετά. Πως στέρησε από τον εαυτό του όλα όσα ονειρεύτηκε, πως ήταν ένας δειλός και , ακόμη χειρότερα, αυτό που τον έκανε να ιδρώνει και να τρέμει ήταν η εντύπωση πως δεν ήταν κάτι το ξεχωριστό.
Η καταδίκη της μετριότητας, της απόλυτης τάξης, της κανονικότητας ήταν ο εφιάλτης του, από μικρό παιδί ακόμη. Μα ταυτόχρονα και η πηγή της δύναμης του, όσο και αν δεν ήθελα να το παραδεχτεί. Αυτό ήταν που του υπενθύμιζε πως πρέπει να ζήσει όσο καλύτερα μπορεί. "Πάντα θαύμαζα το πείσμα και την παιδικότητα σου, Πήτερ!" του είχε πει τις προάλλες σε ένα γεύμα ο αδερφός του και τα λόγια αυτά του έφεραν τώρα ένα χαμόγελο στα χείλη.
Τις σκέψεις του διέκοψαν οι σταγόνες της βροχής που άρχισαν να πέφτουν πιο δυνατά. Μα δεν τον ένοιαζε πια! Λίγο πιο βρεγμένος μα και λίγο πιο κοντά στην ευτυχία, ξεκίνησε να τραγουδάει ένα ρυθμικό σκοπό καθώς κατευθυνόταν προς το κοντινό καφέ που τον περίμεναν κάποιοι φίλοι...
(συνεχίζεται)
Φ.Τ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου